Δευτέρα, 6 Μαΐου 2013

Το παιδαγωγείο του τζακιού

Μια πολύ ενδιαφέρουσα ομιλία του Χρήστου Τσολάκη για το ρόλο της κοινωνίας και της οικογένειας στην ανάπτυξη του γλωσσικού ενστίκτου 

Παρασκευή, 3 Μαΐου 2013

Μεγάλη Παρασκευή. Η εκτέλεση των 120 στο Αγρίνιο

             Μεγάλη Παρασκευή!
Θυσία στο βωμό της λευτεριάς της Πατρίδας. Ό,τι ιερότερο και καλλίτερο είχε ο ελληνικός λαός.
Το Αγρίνιο πρόσφερε στην ιστορία της αγωνιζόμενης Ελλάδας το ολοκαύτωμα των 120 δολοφονημένων παιδιών του. Ποιος θα μπορέσει ποτέ να περιγράψει σ" όλη της την έκταση, τη φρίκη της ημέρας; Διαβάστε εδώ απλές αφηγήσεις για τα γεγονότα της Μεγ. Παρασκευής όπως τα διηγήθηκαν φυλακισμένοι, αυτόπτες μάρτυρες και τσολιάδες ακόμη..

   http://www.agrinioart.gr

 ΑΝΑΣΤΑΣΙΜΟ ΜΝΗΜΟΣΥΝΟ 

ποίημα του Γιάννη Ρίτσου

Τόπος ιερός, εδώ που οι αντίχριστοι ξανασταύρωσαν το Χριστό και την Ελλάδα, κ’ είταν Παρασκευή Μεγάλη, 14 του Απρίλη,
και κει που η γης ανάβρυζε κρινάκια, παπαρούνες χαμομήλια για το Πάσχα
σκάφτηκαν τάφοι και στους τάφους δε χωρούσαν οι λεβέντες,
και μες στα σπλάχνα δε χωρούσε τόσος πόνος.
Κι’ είταν το Αγρίνι ολάκερο ένας Επιτάφιος μ’ όλα του τα κεριά σβησμένα
Κι αντίς καμπάνες απ’ τον όρθρο ως το σπερνό, ντουφεκιές ακούγονταν,
κ’ οι κρεμασμένοι σάλευαν σαν καβαλάρηδες του ανέμου κ’ έφευγαν πάνω απ’ το χρόνο
και μες στο απόβροχο, τη νύχτα της Ανάστασης, τ’ άστρα που βγήκανε, λάμψη δεν είχαν
κ’ είτανε τ’ άστρα σα βρασμένο στάρι για τα κόλλυβα των σκοτωμένων,
στάρι πιτσιλισμένο μαύρη ζάχαρη, μαύρη σταφίδα, μαύρο ρόϊδι,
και στις αυλές, την άλλη μέρα, αντίς αρνιά να ψήνονται, τραγούδια  ν΄αντηχούνε,
κ’ ήλιοι τα πορτοκάλια, μες απ’ τα πλυμένα φύλλα, να φωτίζουν του χορού τις δίπλες,
μουγκός ο θρήνος και μουγκή η κατάρα πνίγονταν μες στης σκλαβιάς το μαύρο φόβο,
‘Αϊ, μανάδες Αγρινιώτισσες, τι μαύρο πουν’ το μαύρο χρώμα,
η μαύρη νύχτα και το μαύρο σας σταυροδετό τσεμπέρι,
το κυπαρίσσι της σιωπής στο μαύρο κορφοβούνι
ως και της λεμονίτσας  τ’ άσπρα λουλουδάκια μαύρισαν κ’ εκείνα
ως και το κόκκινο αίμα των παιδιών σας μαυρολογούσε πάνω στα λιθάρια.
‘Αϊ, μανάδες Αγρινιώτισσες, μαύρος καημός που βόσκησε τα φύλλα της καρδιάς σας,
όμως το γαίμα των παιδιώνε σας βγαίνει πάνω απ’ το μαύρο
κόκκινο της θυσίας, της αγρύπνιας κόκκινο,
κόκκινο της αυγής και της ελπίδας,
το κόκκινο της λευτεριάς, κόκκινο κατακόκκινο.
Βάφει τ’ αυγά της νέας Λαμπρής και του μπαξέ σας τα τριανταφυλλάκια,
βάφει και τα πουκαμισάκια τους τα τρυπημένα από τα βόλια
και τα πουκαμισάκια τους πλατειές σημαίες αγερολάμνουν
κ’ οι νιοι λεβέντες τα κρατούν και παν μπροστά στην ιστορία.
Και  νάτοι  ολόμπροστα, να ο Χρήστος, κι ο Αβραάμ, νάτος κι ο Πάνος,
Νάτος κι ο κάπταν Λίας, να κι ο Πάσχος, 19 χρονώ παλληκαράκι,
νάτοι οι 120 Αγρινιώτες μπρος στην μάντρα της Αγιά Τριάδας,
να κ’ οι 55 εκεί στο σταυροδρόμι που περνάει το τραίνο Αγρίνι-Μεσολόγγι, φορτωμένο μήλα,
να κ’ οι 200 της Πρωτομαγιάς στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής με τις αγριομολόχες,
να το προσφυγολόι της Κοκκινιάς με τα μεγάλα δαφνοκλάδια της Δημοκρατίας
να και το Δίστομο, το Κούρνοβο, και τα Καλάβρυτα με τα κομμένα σπίτια,
νάτος κι ο Γοργοπόταμος- με το γιοφύρι του σαν κόκκινο άλογο ορθωμένο,
να κ’ οι αγωνιστές του21
και οι άλλοι πριν, κ’ οι άλλοι μετά,
παιδιά μας, τα παιδιά μας με σημαίες μεγάλες.
Μπροστά, μπροστά, κατάμπροστα,
μέσα στο φως που πρόβαλε μεγάλο απ’ τις πληγές τους,
μπροστά, μπροστά, φωνάζοντας:
εκεί που η Λευτεριά ανατέλλει απ’ το αίμα μας, θάνατος δεν υπάρχει.
Λοιπόν μην κλαίτε μάνες Αγρινιώτισσες, θάνατος δεν υπάρχει
μόνο τα χέρια δώστε, αδέλφια μου, να βασιλέψει ειρήνη,
ν’ ανθίσει γέλιο στις ματιές, να λάμψει ο κόσμος όλος,
κι όλος ο κόσμος μια φωνή να τραγουδήσει: Ειρήνη, Ειρήνη, Ειρήνη.
Αθήνα
Γιάννης Ρίτσος

Πέμπτη, 2 Μαΐου 2013

Δημήτρης Λιαντίνης – Αποσπασμα απο την "Γκέμμα".



Πηγη : http://distomo.blogspot.


«Στα λόγια του «ἱνατί με ἐγκατέλειπες;» βλέπω ένα συντριμμό χωρίς όρια. Το πιο αξιοθρήνητο ναυάγιο της υπαρκτικής βίωσης του ανθρώπου.

Αν γινότανε τρόπος να ξαναγυρίσει σήμερα κοντά μας, και έβλεπε τη χάρη με την οποία τον έχρισε η ιστορία, θα χαιρότανε. Γιατί θά ‘βρισκε πως την άξιζε τέτοια τιμή από τους ελάχιστους εκείνους που κατανοούν το δράμα του. Επειδή έζησε ζωντανός το θάνατο του. Στην ίδια τροχιά του Οδυσσέα και του Αινεία.
Όμως, στα εκατοντάδες εκατομμύρια που τον λατρεύουν σήμερα σα θεό, τους χριστιανούς καθώς τους λένε, θα είχε να ειπεί. Αυτός, ο φάγος και οινοπότης:

- Μα εγώ δεν είμαι χριστιανός, βρε σαφρακιάρηδες. Κι εσείς μοιάζετε σε μένα, όσο μοιάζει ο ρυπαρός ιπποπόταμος στο περήφανο άλογο με το κατάλευκο δέρμα και τα κατάμαυρα μάτια.

Όλους εσάς δεν ήρθα να σώσω. Να σας καταγγείλω ήρθα, και να σας φραγγελώσω. Το μυαλό σας, την ψευτιά σας, την αχρεία ψυχή, και τις δολερές σας πράξεις. Αυτά είχα στο νου μου, την ώρα που τίναζα τα αστροπελέκια με τα απανωτά «ουαί» για τη φαρισαϊκή ηθική σας. Με αστραπές τρεκλές, με βροντή και με λάμψη εμαστίγωσα την υποκρισία σας. Και σεις με κάματε σημαία στα ψεύδη και σάλπιγγα στις πομπές σας. Γιατί όλοι σας, από τον πάπα της Ρώμης και τον πατριάρχη της Πόλης, από το σοφό θεολόγο και το φοροφυγά επίτροπο της ενορίας ως τον τουρλωτό καθηγούμενο του μοναστηριού, είσαστε ίδιοι οι τάφοι που παράσταινα. Γιομάτοι ακαθαρσίες, μύγα κουλουμωτή, και σάπια κόκαλα.

Και τούτο το τέρας των τεράτων δύο χιλιάδες χρόνους τώρα. Το σέρνετε και χαράζετε την τροχιά της ιστορίας, όπως οι Τρώες που έσερναν εκείνο το ξύλινο άλογο με χαχανητά και αλληλούια από τα τείχη στην πόλη. Χωρίς να ξέρουν ότι ετοίμαζαν το χαμό τους. Σας βλέπω χωσμένους στα ερείπια της ιστορίας, που οι ίδιοι στο όνομά μου θα την γκρεμίσετε.

Διπλοεντέληνοι και παχυμουλαράτοι. Κακά σας έμαθε, όποιος σας είπε ότι σας φέρνω ειρήνη. Ρομφαία και μαχαίρια σας έφερα. Και το μεγάλο πόλεμο στον εαυτό σας πρώτα, και ύστερα στους υποκριτές του κόσμου. Καμωθήκατε πως δεν καταλάβατε αυτά που σας είπα. Όμως τα λόγια μου ήσαν κρυστάλλινα και καθαρά σαν τα μάτια μου. Εκείνος που είναι να τραβήξει το δρόμο μου, είπα, θα σηκώσει τον ιδικό του σταυρό. Άλλο πέρασμα δεν υπάρχει. Ούτε άλλη ερμηνεία στα λόγια μου. Μα εσείς διακωμωδήσατε την τραγωδία. Ανοίξατε πόρτα εκεί που δεν υπάρχει. Την οδηγία μου την κατεβάσατε στη λασπουριά και στα έλη σας. Όπου κοάζετε και βουτάτε με τους βαθράκους.

Εγώ να σηκώσω τις δικές σας αμαρτίες; Για ποιο λόγο τάχα, χαραμήδες; Το χρώσταγα στην αμάθεια, στην οκνηρία, στο βόλεμά σας; Στο λιανό άντερο και στο χοντρό σας;

Ναι. Είναι αλήθεια πως σας ζήτησα ν’ αγαπάτε τους άλλους. Αλλά πώς ημπορείτε, θεομπαίχτες, ν’ αγαπάτε τους άλλους, αν δεν πάψετε πρώτα ν' αγαπάτε τον εαυτό σας; Που ο καθένας σας πιστεύει πως είναι ο άξονας, που γύρω του κινείται η γη και η ιστορία;

Με παραχαράξατε ως το τελευταίο μου κύτταρο. Και διδάξατε πονηρά ότι ανέβηκα στο σταυρό, για να σας λυτρώσω. Όχι. Εκείνος που είναι να σωθεί, που σημαίνει εκείνος που διάλεξε τη ζωή της αρετής και του δίκιου, θα τραβήξει αναπόφευγα για το δικό του λόφο και το δικό του όρος.

Τέλος, κιοτήδες και κάλπηδες. Αγιορείτες, μαδεμλίνοι, δομηνικανοί, σαβουρώματα. Τέλος. Αρκετά στο όνομά μου σταυρώσατε το ανθρώπινο γένος!»
Δημήτρης Λιαντίνης – "Γκέμμα".